θυρσοκόμος

θυρσο-κόμος, ,
A thyrsuskeeper, a play of Lysippus, Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυρσοκόμος — θυρσοκόμος, ὁ (Α) 1. (ως επίθ. τού Διονύσου) αυτός που επιμελείται τον θύρσο, αυτός που περιποιείται τον θύρσο 2. ως κύρ. όν. Θυρσοκόμος τίτλος δράματος τού Λυσίππου. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύρσος + κόμος (< κομώ «φροντίζω»), πρβλ. ιππο κόμος,… …   Dictionary of Greek

  • θυρσοκόμος — thyrsuskeeper masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυρσοκόμον — θυρσοκόμος thyrsuskeeper masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -κόμος — ο, η, θηλ. και α (ΑM κόμος) β συνθετικό πολλών συνθέτων τής Αρχαίας και Νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. κομῶ, έω «περιποιούμαι, φροντίζω», που απαντά μόνο στην Αρχαία Ελληνική. Όλα αυτά τα σύνθετα είναι παροξύτονα σε αντιδιαστολή με… …   Dictionary of Greek

  • θύρσος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Πέθανε με μαρτυρικό τρόπο επί Δεκίου (249 251) στην Απολλωνία της Φρυγίας, μαζί με τον Καλλίνικο και τον Λεύκιο. Η μνήμη τους τιμάται στις 14 Δεκεμβρίου. 2. Μαρτύρησε μαζί με την Αγνή. Η μνήμη του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.